11 Ιουλ 2015

Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της...



Δεν τον γνωρίζω ούτε προσωπικά ούτε διαδικτυακά, αλλά δεν θα άλλαζα ούτε μία λέξη...

Αυτές τις δύσκολες ώρες για τη χώρα μας, μετά από παρότρυνση μερικών καλών φίλων που με τιμούν, αποφάσισα να μοιραστώ κάποιες σκέψεις μου, ψύχραιμα, χωρίς θυμό, χωρίς αντιπαλότητα, με μοναδικό γνώμονα τη συνείδησή μου, τις γνώσεις μου και την αγάπη μου για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Κάνοντας όχι μόνο μια στείρα παρουσίαση γεγονότων που ήδη όλοι γνωρίζουμε αλλά προσπαθώντας να εντοπίσουμε κάποιεςπραγματικές αιτίες, γιατί χωρίς αυτές, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίσουμε την αλήθεια.

Σας δηλώνω προκαταβολικά ότι θα γίνω δυσάρεστος. Αν βρείτε το χρόνο και τη διάθεση, ρίξτε μια ματιά!!!

Υπάρχουν Έλληνες που αμφιβάλλουν, σκέφτονται και προβληματίζονται με τους εαυτούς τους και Έλληνες που δεν μπαίνουν στον κόπο να σκεφτούν αλλά γεμάτοι αυτοπεποίθηση προβληματίζονται πάντα με τους άλλους!! Οι παρακάτω σκέψεις μου αφορούν περισσότερο τους δεύτερους. Είναι όμως αφιερωμένες στους πρώτους.

Είναι μια απόπειρα αυτοκριτικής και αυτογνωσίας του σύγχρονου Έλληνα, κάτι απίστευτα δύσκολο και ιδιαίτερα υπερβατικό όταν η εκπαίδευση, η ανατροφή και η νοοτροπία μας υπαγορεύουν διαφορετικά.

Είναι αλήθεια ότι θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία, πριν απ’ αυτό όμως θέλει γνώση και κρίση. Κρίση με την έννοια της κριτικής σκέψης.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη κρίση, αυτή που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, έτσι φροντίσαμε να ονοματίσουμε την οικονομική μας χρεοκοπία. Μία κρίση όμως που ίσως βοηθήσει να αναδείξουμε τις αργόσυρτες στον χρόνο αιτίες της παρακμής μας.
Κατά τη γνώμη μου, ο διαχωρισμός της ‘κρίσης’ από την ‘παρακμή’ είναι κομβικός.

Είναι άραγε ο εξευτελισμός που ζούμε τα τελευταία χρόνια μια απλά συγκυριακή κρίση ή είναι το αποτέλεσμα σήψης και παρακμής της ελληνικής κοινωνίας? Δεν είναι απλά ένα θεωρητικό πρόβλημα. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να καταλάβουμε και να αναδείξουμε την ουσία. 

Θα μου πείτε, να το αναδείξουμε σε ποιους; Σε όλους αυτούς που τα ξέρουν όλα; Σε όλους αυτούς που με έπαρση και αράγιστη βεβαιότητα θεωρούν ότι έχουν λύσεις για όλα τα θέματα; Ένα από τα πιο αρνητικά συμπτώματα της παρακμής της ελληνικής κοινωνίας είναι και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ανοιχτά θέματα προς διερεύνηση, ερωτήματα κι απορίες. Όλοι έχουν γνώμη για όλα, ακόμα και για τα πιο εξειδικευμένα θέματα. Η μετριοπάθεια, η σεμνότητα, το πνεύμα αναζήτησης, η κριτική σκέψη είναι λέξεις άγνωστες για τους έλληνες παντογνώστες.

Μας αρέσει δεν μας αρέσει, το βαθύτερο υπόστρωμα της κρίσης είναι πολιτισμικό. Είναι άλλο πράγμα η κρίση στο κατά κεφαλήν εισόδημα κι άλλο η κρίση στην κατά κεφαλήν καλλιέργεια.

Η Ευρώπη πορεύτηκε σε μια πορεία εξορθολογισμού των σχέσεων και των δομών σε όλα τα επίπεδα της οργάνωσης της ζωής, τη στιγμή που μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας επιχειρεί με κάθε τρόπο να διατηρήσει τον παλιό γνωστό ελληνικό τρόπο: Ξεπερασμένες πολιτικές πρακτικές, πελατειακό κράτος, διαφθορά, αδιαφάνεια, φοροδιαφυγή, διαχειριστικές σπατάλες κτλ. 

Μια νέα κυβέρνηση, με φρέσκιες ιδέες, θα έπρεπε να προχωρήσει σε εκμοντερνισμό του κράτους και της οικονομίας, σε επιμερισμό των βαρών, στην καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής. Δυστυχώς, με το νέο δεν έρχεται αυτόματα και το φρέσκο, το επαναστατικό. Η «πρώτη φορά αριστερά» ενώ φαίνεται να διαπρέπει επικοινωνιακά, συμπεριφέρεται παλαιοκομματικά.

Εκεί που περιμένεις ένα νέο ήθος και ύφος, παρακολουθείς άκρατο λαϊκισμό, πολιτικές ακροβασίες, νεφελώδη οράματα και επιχειρήματα επιπέδου καταλήψεων. Γιατί κακά τα ψέματα, είναι άλλο πράγμα να φωνασκείς και να διαμαρτύρεσαι εκ του ασφαλούς, κι άλλο να είσαι αναγκασμένος να διοικήσεις και να αποφασίσεις για μια ολόκληρη χώρα. Ηθικολογίες χωρίς αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση, κομματικές και προσωπικές σκοπιμότητες, παιδαριώδεις αυτοσχεδιασμοί και διαρκείς αστοχίες μιας παρελκυστικής πολιτικής, που οδηγεί στην απομόνωση και στην απαξίωση.

Ένα κόμμα διαμαρτυρίας που κατάφερε, μέσα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που ανέλαβε την εξουσία, να συνεχίσει τις γνωστές δοκιμασμένες ελληνικές κομματικές πρακτικές, αυτές που στηλίτευε μέχρι πριν λίγο καιρό.

Δυστυχώς, μια ακόμα ελληνική κυβέρνηση αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων και των προσδοκιών. Θα μου πείτε εξαρτάται σε ποίων τις προσδοκίες αναφερόμαστε, γιατί για μερικούς, όπως για κάποιους επαγγελματίες συνδικαλιστές και άλλους νεοδιορισμένους κηφήνες, είμαι σίγουρος ότι η κυβέρνηση κάνει θεάρεστο έργο.

Έχει αρχίσει κι αυτή να στήνει το δικό της κομματικό κράτος, με τα ‘δικά της παιδιά’, να στελεχώνει αναλόγως δημόσιους οργανισμούς και θεσμούς.
Έχουμε μια κυβέρνηση που έκανε ένα προεκλογικό αγώνα γεμάτο με σκισμένα μνημόνια, ζουρνάδες, νταούλια και ψεύτικες υποσχέσεις (όπως φυσικά, λιγότερο ή περισσότερο, όλοι οι προκάτοχοί της) και κυβερνάει έξι μήνες με ψέματα. Στην περίπτωση δε που κάποιος τολμήσει να τα επισημάνει, λούζεται τους σχετικούς χαρακτηρισμούς καθώς είναι της μόδας η ανθρωποφαγία μη αρεστών διανοούμενων, συγγραφέων, σκιτσογράφων κτλ..

Ξεκίνησε μια διαπραγμάτευση για 5 ολόκληρους μήνες που στην ουσία δεν έγινε ποτέ. Επί όλο αυτό το διάστημα είχαμε κάθε μέρα δηλώσεις για συμφωνίες που είναι έτοιμες και ‘καθαρογράφονται’, για να περάσουμε ξαφνικά στη απόρριψη κάθε συμβιβαστικής πρότασης των ‘σκληρών, ανάλγητων δανειστών’.
Ανακοινώσεις με διαφορά ωρών που αναιρούσαν η μία την άλλη. Από τις απόλυτες διαβεβαιώσεις για τις τράπεζες, στο κλείσιμο των τραπεζών την ίδια μέρα. Από το «και μόνο η προκήρυξη του δημοψηφίσματος θα σημάνει άμεση χρεοκοπία για τον τόπο» του σημερινού Πρωθυπουργού, 3 χρόνια πριν, περάσαμε στην ‘ιστορική βραδιά του δημοψηφίσματος’, που από ‘πολιτικό τρικ’ έγινε η ‘κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας’, ένα δημοψήφισμα παρωδία που αντί να τρομοκρατήσει τους δανειστές, τρομοκράτησε και δίχασε χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο τους Έλληνες πολίτες. Ίσως όχι χωρίς κανένα λόγο. Ήταν μια επίδειξη κυριαρχίας του Πρωθυπουργού στο εσωτερικό, τόσο στο κόμμα του όσο και στην ανύπαρκτη πλέον αντιπολίτευση. Μηδενική ουσία επί των πραγματικών προβλημάτων του τόπου.

Η προκήρυξη του δημοψηφίσματος ενεργοποίησε το ρήγμα του διχασμού στην ελληνική κοινωνία κι ως εκ τούτου δύσκολα μπορεί να αναδειχθεί ως η κατάλληλη δημοκρατική επιλογή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, καθώς η δημοκρατία επινοήθηκε για να αμβλύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις.
Η αλήθεια είναι ότι η αδυναμία λήψης αποφάσεων έφερε τη διαφυγή διά του δημοψηφίσματος (τύπου ‘στρίβειν διά του αρραβώνος’). Θα είχε ίσως πολιτική χρησιμότητα για την επίτευξη συμφωνίας αν είχε διενεργηθεί μερικούς μήνες πριν. Την συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν μια ξεκάθαρα καιροσκοπική πολιτική απόφαση της κυβέρνησης, με θύμα, ανάμεσα σε άλλα, ακόμα και την ίδια την ελληνική ιστορία.

Τι δεν είδαμε και τι δεν ακούσαμε όλο αυτό το διάστημα!!

Ακούσαμε κυβερνητικά στελέχη να ταυτίζουν το «όχι» με το ιστορικό ελληνικό ΟΧΙ του ’40, να επαινούν τον μέχρι χθες φασίστα και δικτάτορα Μεταξά που αντιστάθηκε με τον ελληνικό λαό στο πλευρό του. Αριστεροί βουλευτές που μέχρι πρότινος έβγαζαν σπυριά και μόνο στο άκουσμα του ονόματος του Μεταξά, έφτασαν να τον επικαλούνται ως παράδειγμα. Εκεί που νομίζει κάποιος ότι τα έχει δει όλα σε αυτή τη χώρα, έρχεται η ελληνική πολιτική πραγματικότητα και τον ξεπερνάει. Η έννοια του σουρεαλιστικού δεν είναι ικανή να αποδώσει την γελοιότητα των πραγμάτων που ακούστηκαν όλες αυτές τις μέρες. Ως έλληνας πολίτης και ως ιστορικός (ένας λόγος παραπάνω) ντρέπομαι για όλο αυτό το καραγκιοζιλίκι που έλαβε χώρα στις τηλεοράσεις και στο διαδίκτυο με κορυφαίες στιγμές της ελληνικής ιστορίας να ‘ψεκάζονται’ κυριολεκτικά. Ένα υπερθέαμα ιστορικού αναλφαβητισμού, ιδιαίτερα από νέους ανθρώπους, που δυστυχώς δεν διαθέτουν τις κατάλληλες αντιστάσεις γιατί το έλλειμμά τους σε γνώσεις, αναλυτική σκέψη και κριτική ικανότητα είναι μεγάλο και φταίμε εμείς γι’ αυτό. Τι αναφορές στον Λεωνίδα με τους 300, τι Σουλιώτισσες και Μακεδονομάχοι, τι σπαθιά και περικεφαλαίες, η ανοησία του νεοέλληνα σε όλο της το μεγαλείο. 

Έχουμε κάνει την Ιστορία ιδεολόγημα, που ο καθένας την προσαρμόζει a la carte στην εγωκεντρική του επιλογή: του «προοδευτικού», του ‘εθνικιστικού’ κτλ

Εδώ κατά τη γνώμη μου εντοπίζεται ένα μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Μια παιδεία και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που έχει καταφέρει να καταστήσει εθνικές ιδεολογίες: τον ανορθολογισμό, την μισαλλοδοξία, την ξενοφοβία. Μόνο θλίψη προκαλούν εικόνες, με νεαρά κορίτσια και αγόρια να χορεύουν στο Σύνταγμα την βραδιά του δημοψηφίσματος, σαν να μην ήξεραν σε ποια χώρα βρίσκονται. Ο πιο σίγουρος τρόπος για να καταστρέψεις έναν νέο είναι να του διδάξεις να εκτιμάει περισσότερο εκείνους που σκέφτονται σαν αυτόν από εκείνους που σκέφτονται διαφορετικά απ' αυτόν.

Δυστυχώς, μια από τις πρώτες πράξεις της σημερινής κυβέρνησης ήταν να καταστρέψει την μοναδική διακομματική συμφωνία για μια σύγχρονη εκπαίδευση. Γιατί ως γνωστόν, το πιο καυτό και επίκαιρο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας που μας έχει κάνει να χάσουμε τον ύπνο μας, ήταν το πρόβλημα της αριστείας!!! Περιμένω με αγωνία τροποποίηση που θα ποινικοποιεί την ευφυΐα. Γιατί στην σημερινή Ελλάδα τους άριστους και τους ευφυείς τους εξοστρακίζουμε στο εξωτερικό. Γιατί σε αυτή τη χώρα προτιμάμε τους ξύπνιους από τους έξυπνους. 

Πως φτάσαμε όμως από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους και ένα μεγάλο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα διαπνεόμενο με δημοκρατικά και φιλελεύθερα ιδεώδη που συγκλόνισαν όλο τον κόσμο, στη σημερινή ελληνική δημοκρατία της μισαλλοδοξίας, της διχόνοιας και του αντιευρωπαϊσμού;

Δύο είναι οι πηγές για τα εθνικά πλέγματα κατωτερότητας των Ελλήνων. Η μία, με αναφορά στο χρόνο, με τους αρχαίους προγόνους μας. Η άλλη, με αναφορά στο χώρο, με την ανεπτυγμένη Ευρώπη.

Ένα από τα πρώτα αιτήματα των Ελλήνων επαναστατών στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος ήταν η ένταξή τους στην Ευρώπη: «θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας Eυρωπαίους», διακήρυτταν στην Επίδαυρο.

Διακόσια χρόνια επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη. Υποκρισία, διαφθορά, υπερβολές, διχόνοια και πάνω απ’ όλα αυταρέσκεια. Διακόσια χρόνια τώρα προσπαθούμε να γίνουμε «Ευρωπαίοι» και αποτυγχάνουμε. Αντ’ αυτού έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε μια δημοκρατία του ξενοφοβικού, συμπλεγματικού και ψευτοπερήφανου Ελληνάρα. 

Οι ερμηνείες που υπάρχουν είναι διάφορες: «Φταίει η Τουρκοκρατία», «ο ραγιαδισμός», «ο χαρακτήρας μας», ο εγωισμός μας και η αδυναμία μας να συνεργαστούμε (δύο Έλληνες κάνουν σε δύο ώρες ό,τι ένας Έλληνας κάνει σε μία).

Τελικά τι είμαστε; Ευρωπαίοι της ανατολής ή οι ανατολίτες της Ευρώπης?

Αυτό που ξέρω είναι ότι είμαστε βαθιά μπερδεμένοι. Όταν ένας Έλληνας μιλάει για την Ευρώπη, αποκλείει αυτόματα την Ελλάδα. Όταν ένας ξένος μιλάει για την Ευρώπη, δεν διανοούμαστε ως Έλληνες ότι μπορεί να μη συμπεριλάβει και την Ελλάδα.

Η μυθοπλασία είναι στο DNA μας. Πλάθουμε μύθους για τον εαυτό μας και απομυθοποιούμε τους άλλους. Το πρόβλημα βέβαια όταν είσαι θεός είναι ότι δεν μπορείς να προσευχηθείς σε κανέναν.

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ο Έλληνας θέλει να ζει δύο φορές πάνω από τα οικονομικά του, υπόσχεται πάντα πολλαπλάσια από αυτά που μπορεί να κάνει και γνωρίζει απείρως περισσότερα από αυτά που πραγματικά έμαθε.

Δυστυχώς, η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι όλα αυτά τα ‘κακά μνημόνια’ περιλαμβάνουν θέματα που θα οφείλαμε να έχουμε λύσει εδώ και δεκαετίες. Η αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα, η εξυγίανση του ετοιμόρροπου ασφαλιστικού συστήματος, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, η κατάργηση των φόρων υπέρ τρίτων κτλ δεν αποτελούν σατανικά σχέδια των ξένων αλλά απαραίτητες πλέον προϋποθέσεις για την ίδια την επιβίωσή μας. Η Ευρώπη διαθέτει θεσμούς κι εμείς αντικατοπτρισμούς. Οι πολιτικοί μας όμως δεν διαθέτουν το θάρρος να πάρουν αποφάσεις, κωλυσιεργούν, χαϊδεύουν αυτιά και με κουτοπόνηρες τακτικές νομίζουν ότι κοροϊδεύουν τόσο τους ξένους όσο και τους έλληνες πολίτες. Απ’ όσες μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές είχαν συμφωνηθεί δεν έχει γίνει σχεδόν τίποτα. Ψηφίζονταν νόμοι για τα μάτια του κόσμου και αμέσως μετά ακυρώνονταν με τροπολογίες και ειδικές διατάξεις. 

Μας ζητάνε να εκσυγχρονίσουμε και να εξορθολογήσουμε την οικονομία μας, να ισοσκελίσουμε προϋπολογισμούς και ισοζύγια πληρωμών – και γενικά να εξυγιάνουμε όλο το κοινωνικό-οικονομικό μας σύστημα, ώστε ίσως να πάψουμε κάποια στιγμή να ζούμε με δανεικά. Η γυμνή αλήθεια είναι ότι οι περικοπές και οι φόροι είναι κυρίως η συνταγή των ελλήνων πολιτικών επειδή αδυνατούν να προβούν σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Το βασικότερο μέλημά τους είναι το πολιτικό κόστος, το κόμμα τους και η επανεκλογή τους..ποτέ η χώρα. Τραβάνε λοιπόν μία οριζόντια περικοπή και μετά ρίχνουν το φταίξιμο στην τρόικα, στους θεσμούς και στα μνημόνια.

Κατά τα άλλα το μόνο πράγμα που μας απασχολεί είναι αν θα ονομάσουμε την ‘Τρόικα’ ‘θεσμούς’ και το ‘μνημόνιο’ ‘πρόγραμμα’. Δεν έχουν το πολιτικό σθένος να πουν το προφανές, το αυτονόητο,αυτό που είπε στους Ιταλούς ο Ρέντσι: ότι δεν φταίει η Μέρκελ για τα χάλια της οικονομίας μας, φταίμε εμείς οι ίδιοι.

Αυτά βέβαια είναι δύσκολα πράγματα για να τα χωνέψει ο σημερινός ελληνάρας με την στρεβλή αίσθηση της μοναδικότητας που τον διακρίνει. Δεν είναι μόνο θέμα απλώς της ένδειας του πολιτικού προσωπικού. Με πιάνει μελαγχολία βέβαια όταν σκέφτομαι ότι στην Κυβέρνηση Βενιζέλου το 1919, Γεν. Διευθυντής του Υπουργείου Περιθάλψεως ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης. Ναι, ναι,ο μεγάλος Νίκος Καζαντζάκης. Μου προκαλεί θλίψη σε σχέση με το ποιοι ασχολούνται σήμερα με τα κοινά. Πόσο σπιθαμιαίοι είναι!!! Αυτό όμως είναι το πολιτικό προσωπικό, το ίδιο, λίγο πολύ, που επιλέγουν οι Έλληνες πολίτες, χρόνια τώρα. Εκεί είναι το θέμα, όχι απλά στους εκπροσώπους αλλά στη βάση, στους πολίτες. Τόσο η σημερινή όσο και οι προηγούμενες ήταν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις με πλειοψηφίες. Μάλλον είχε δίκιο ο Bernard Shaw όταν έλεγε ότι: δημοκρατία είναι το πολίτευμα που εξασφαλίζει ότι δεν θα κυβερνηθούμε από ανθρώπους καλύτερους από ό,τι μας αξίζουν.

Η πικρή αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι Έλληνες θέλουν αλλαγές χωρίς να γίνουν αλλαγές. Να γίνουν όλα με κάποιο μαγικό ραβδί χωρίς να θιγούν στο παραμικρό προνόμια και συμφέροντα. Είμαι σίγουρος ότι όποιος τολμήσει να τα θίξει αυτά, έστω και ελάχιστα, θα ψάχνει να βρει τις ψήφους του. Νομοτελειακά λοιπόν επιστρέφουμε σε αυτό που ανέφερα παραπάνω, το βαθύτερο υπόστρωμα της κρίσης είναι πολιτισμικό.

Το ζήτημα είναι η καλλιέργεια μιας συνείδησης, μιας ξεκάθαρης βούλησης να αποκαταστήσουμε το Κράτος Δικαίου στη χώρα μας. Οι άλλοι δεν είναι οι εχθροί επειδή είναι διαφορετικοί. Η διαφορά δεν σημαίνει αντιπαλότητα τουλάχιστον για αυτούς που αντέχουν το διαφορετικό.
Μπορείς να εξηγηθείς με τον άνθρωπο που μιλάει άλλη γλώσσα, αλλά όχι με εκείνους που στις ίδιες λέξεις βάζουν εντελώς διαφορετικό νόημα.

Σε μια διαπραγμάτευση, είναι βέβαιο ότι οι άλλοι θα, προασπίσουν τα δικά τους συμφέροντα και θα εκμεταλλευθούν τις αδυναμίες σου. Και παρουσιάζουμε αναρίθμητες από δαύτες. Αναμφισβήτητα πρέπει να μπει ένα όριο στις απαιτήσεις της άλλης πλευράς αλλά δεν είναι αυτός ο τρόπος. Θα ήταν σίγουρα πιο αποτελεσματικό αν ο Έλληνας Πρωθυπουργός είχε το θάρρος και την τόλμη ενός πραγματικού ηγέτη και κοινωνικού μεταρρυθμιστή. Να βγει πιο μπροστά από τους δανειστές και να κάνει όχι απλές προσαρμογές αλλά τομές στην ελληνική κοινωνία. Να γίνει επιτέλους η ρήξη που απαιτείται στο εσωτερικό και όχι στο εξωτερικό. Διαρθρωτικές αλλαγές στον σάπιο κρατικό μηχανισμό και στις δομές του αναλαμβάνοντας να σηκώσει το πολιτικό κόστος. Κανείς όμως δεν παίρνει αυτή την ευθύνη, όλοι απ’ όλες τις παρατάξεις παραμένουν δέσμιοι της ‘πελατείας’ τους, φοβούνται τον εκσυγχρονισμό και τις μεταρρυθμίσεις, χαϊδεύουν αυτιά και μόνο κάποιοι γραφικοί έχουν απομείνει να ψιθυρίζουν.

Διαβάστε τι έγραφε σχεδόν έναν αιώνα πριν ο Ελευθέριος Βενιζέλος..σαν να τα έγραψε χθες, σαν να μην πέρασε μια μέρα.
«Δημαγωγούντες εκάστοτε τον ελληνικόν λαόν και καπηλευόμενοι τον πατριωτισμόν, διά να παραστήσωμεν εις αυτόν ότι είναι λαός περιούσιος [...] καταντήσαμεν να πείσωμεν αυτόν ότι εις τον αγώνα του πολιτισμού και εις τον αγώνα της προόδου και εις τον αγώνα της αμίλλης δεν έχει ανάγκην, όπως επικρατήση, να μεταχειρισθή τα ίδια όπλα τα οποία μεταχειρίζονται οι άλλοι λαοί. [...] Πάντα ταύτα κατορθώσαμεν να πείσωμεν τον λαόν ότι ήσαν περιττά. Συγχρόνως αφήσαμεν αυτόν να επαναπαύεται ότι, εάν του λείψουν όλα τα άλλα εφόδια, δύναται όμως, κρατών επάνω εις τον δίσκον της επαιτείας τας παρελθούσας δόξας του, να προσέρχεται εκάστοτε προς τους ισχυρούς εκείνους, οι οποίοι κατ’ άλλον τρόπον εργασθέντες εγένοντο ισχυροί, διά να ζητή υπέρ εαυτού ως επαιτείαν, επί τη βάσει των παλαιών περγαμηνών του, όπως υπερασπίζη τα δίκαιά του».

Έλλειψη προετοιμασίας και γνώσης, απειρία, εσωτερικές έριδες, ψευτοεπαναστατικές χίμαιρες, μπλόφες και αυτοσχεδιασμοί της τελευταίας στιγμής δεν αποτελούν και τα καλύτερα στοιχεία για μια πετυχημένη διαπραγμάτευση.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, τον Πρωθυπουργό να προτρέπει τους Ευρωπαίους να επιδείξουν ‘πολιτικό ρεαλισμό’ και την ίδια στιγμή στέλεχος της παράταξης πρότεινε να τυπώσουμε εμείς ευρώ για να ενισχύσουμε τη ρευστότητα!!!!!!

Ιδεοληψίες και αναχρονιστικοί ιδεαλισμοί δεν έχουν θέση την κρίσιμη στιγμή, τη στιγμή που περισσότερο από ποτέ άλλοτε η πολιτική πρέπει να αποτελέσει την τέχνη του εφικτού. Πολιτικός ρεαλισμός σημαίνει και συμβιβασμός, σημαίνει κατανόηση της κατάστασης και των θέσεων όλων των πλευρών. Εμείς τη μια μέρα τους αποκαλούμε ‘στυγνούς εκβιαστές’, ‘μονολιθικούς’ και ‘δογματικούς’ και την επόμενη πάμε να παρακαλέσουμε για να αποφύγουμε την ασφυξία, για να βελτιώσουμε έστω και στο ελάχιστο τους όρους που θα μας επιβληθούν. Αλλά κατά τα άλλα, κάνουμε λόγο για ‘ανεξαρτησία’, την ανεξαρτησία της δραχμής, της μοναξιάς και της απομόνωσής μας, κάνουμε λόγο για ‘αξιοπρέπεια’. Η μόνη έννοια της αξιοπρέπειας που μου έρχεται στο μυαλό για την περίπτωσή μας είναι αυτή των συμπαθέστατων ελεφάντων που απομακρύνονται για να πεθάνουν!!

Η σωστή κριτική στα ενδογενή προβλήματα του ευρώ και οι ανισότητες που μεγάλωσαν από τη λανθασμένη αντιμετώπιση των μνημονιακών πολιτικών δεν αναιρεί το γεγονός ότι το ευρώ προστατεύει τους φτωχούς πολύ περισσότερο από τη δραχμή, αν αυτή επιβληθεί.
Στην παρούσα φάση, η δραχμή θα αποτελέσει να ταξικό και άδικο νόμισμα, θα δημιουργήσει μια νέα ελληνική κοινωνία εφιαλτικά άνιση. Στην ουσία, θα κυκλοφορούν ατύπως και τα δύο νομίσματα: το σκληρό ευρώ για τους έχοντες και κατέχοντες και η μίζερη δραχμή για τους υπόλοιπους, η αγοραστική δύναμη των οποίων θα συρρικνώνεται διαρκώς από τον υπερπληθωρισμό και τις αλλεπάλληλες νομισματικές υποτιμήσεις. Είναι δε βέβαιο ότι, όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες καταστάσεις, θα αναπτυχθεί τεράστια παραοικονομία, με τους διάφορους επιτήδειους, τοκογλύφους και λαθρέμπορους να επιχαίρουν.
Όλοι αυτοί που ελπίζουν σ’ ένα διαφορετικό σενάριο δεν συνειδητοποιούν ότι δεν υπάρχουν πλέον στενά εθνικές οικονομίες, υπάρχει ένα παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα. Η Ελλάδα δεν είναι παραγωγική χώρα, εισάγει τη συντριπτική πλειοψηφία των βασικών της αγαθών. Ως αποτέλεσμα θα υπάρξει περαιτέρω φτωχοποίηση μεγάλων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας.

Η πικρή αλήθεια είναι ότι στο μεγαλύτερο κομμάτι της μεταπολιτευτικής περιόδου, στην ελληνική κοινωνία κυριάρχησαν οι όροι της ‘μίζας’ και της ‘αρπαχτής’. Πακτωλοί ευρωπαϊκών κεφαλαίων έρρεαν στην χώρα και αντί να χρησιμοποιηθούν για τις απαραίτητες δομές και διαρθρωτικές αλλαγές, για τις οποίες προορίζονταν, κατέληγαν σε τσέπες, σε λογαριασμούς του εξωτερικού, γινόντουσαν πολυτελή αυτοκίνητα και εξοχικά. Και δυστυχώς δεν αναφέρομαι μόνο σε πολιτικά πρόσωπα. 

Εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχουν καλές λύσεις, μόνο λιγότερο κακές για τη χώρα. O κόσμος παρακαλάει για ένα άθλιο τέλος προκειμένου να τερματιστεί μια αθλιότητα χωρίς τέλος. Έχει χαθεί ο έλεγχος. Ο Πρωθυπουργός συνθλίβεται ανάμεσα σε συνιστώσες, πλατφόρμες και δανειστές. Ο ίδιος ο Αντιπρόεδρος της Βουλής, Αλέξης Μητρόπουλος δήλωσε σήμερα ότι: «αποτύχαμε, χάσαμε..η κυβέρνηση πήγε στη διαπραγμάτευση χωρίς προετοιμασία, χωρίς σχέδιο, χωρίς γνώση, χωρίς τους καλύτερους», και κατέληξε «κινδυνεύουμε να μετατραπούμε σε αριστερή παρωδία και όχι αριστερή παρένθεση».

Δεν χρειάζεται απαραίτητα να έχει κανείς σχέδιο για να καταλήξει στην καταστροφή. Ειδικά τη στιγμή που έχει αποδειχθεί περίτρανα πως οι Έλληνες πολιτικοί δεν διαθέτουν σχέδιο για τίποτα, είναι άδικο να τους κατηγορούμε για σχέδιο με σκοπό την καταστροφή. Έχω αμφιβολίες κατά πόσο θα ,μπορούσαν να το φέρουν εις πέρας. Ακόμα και η καταστροφή σε αυτόν τον τόπο απροσχεδίαστα θα έρθει!!

Εμείς είμαστε αυτοί που θα αναλάβουμε τις πρωτοβουλίες και την ευθύνη για τη ζωή μας και τη χώρα μας. Διαρκώς απεμπολούμε αυτή τη δυνατότητα μεταθέτοντας πάντα τις ευθύνες στους άλλους. Για όλα φταίει πάντα κάποιος ξένος δάκτυλος. Η πρώτη μας πάντα επιλογή είναι να ψάχνουμε να βρούμε έξωθεν εχθρούς, χωρίς αυτοκριτική για τα δικά μας κακώς κείμενα και χαρακτηρίζουμε με μεγάλη ευκολία όσους τολμήσουν να διαπιστώσουν αδυναμίες και μειονεκτήματα στην δική μας πλευρά. Όχι φυσικά πως δεν υπάρχουν συμφέροντα και ξένες παρεμβάσεις, απλά αυτές παράγουν μια συνωμοσιολογία που στη φαντασία του έλληνα παίρνει μεταφυσικές διαστάσεις. 

Στοιχειώδης πραγματισμός επιβάλλει να συνειδητοποιήσουμε ότι, από τη στιγμή που είμαστε μέλος μιας κοινότητας κρατών, από την οποία εξαρτάται η χρηματοδότηση της οικονομίας και του επιπέδου της ζωής μας, δεν μπορούμε να καθορίζουμε όρους ερήμην των υπολοίπων. Να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν Ευρωπαίοι που δεν μας θέλουν επειδή απλά είμαστε Έλληνες αλλά επειδή δεν μας ενδιαφέρει καθόλου το κοινό μας οικοδόμημα, επειδή είμαστε πάντα οι εξυπνάκηδες που επιδιώκουμε να επιβληθεί το δίκιο μας έναντι όλων των άλλων και αυτό το βαφτίζουμε δημοκρατία επειδή έτσι μας αρέσει. Στο κάτω κάτω εμείς είμαστε οι νονοί της.

Είναι απολύτως απαραίτητο να καταλυθεί το πελατειακό κράτος, το οποίο αποτελεί τη βασική αιτία της διαφθοράς και της διάλυσης του κρατικού μηχανισμού και των κοινωνικών θεσμών και να στηθεί στη χώρα ένας λειτουργικός κρατικός μηχανισμός. Ένας νέος οργανωτικός, ελεγκτικός, εισπρακτικός και δικαστικός μηχανισμός. Διαφορετικά ο παραγωγικός ιστός της χώρας θα καταστραφεί ολοκληρωτικά και θα μείνει μια χώρα που στο δυναμικό της θα εντάσσονται μόνο συνταξιούχοι, άνεργοι, μετανάστες και δημόσιοι υπάλληλοι.

Τώρα που η χώρα είναι σε πραγματική αποσύνθεση να πάρουμε την ελιά, το αμπέλι και το καράβι του Ελύτη και να την ξαναφτιάξουμε.

Χρειάζεται ευρύτατη συνεννόηση. Άνθρωποι που θα ξανακτίσουν τον τόπο με σχέδιο και όραμα. Το καλύτερο αύριο, μπορούν να το χτίσουν άνθρωποι με δύσκολο χθες. Ακούγεται ρομαντικό; Μπορεί, το οξύμωρο όμως είναι ότι εδώ που φτάσαμε είναι και το μόνο ρεαλιστικό.

Η ιστορία μάς δείχνει ότι, παρά τις όποιες αδυναμίες, το καλύτερο περιβάλλον για την προοδευτική αλλαγή της κοινωνίας είναι η Ευρώπη. Είναι ο τόπος και οι ιδέες όπου χωράμε ισότιμα όλοι οι Έλληνες. «Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της», έλεγε ο Ελύτης.

Ήλπιζα ότι το όποιο "καλό" μπορεί να προκύψει μέσα από αυτή την κατάσταση, είναι ότι θα μας οδηγήσει αναπόφευκτα να κάνουμε την απαραίτητη αυτοκριτική μας ως έθνος, ως πολίτες. Πολύ αμφιβάλλω πλέον. Είμαστε ένας λαός που έχει πάθει αμνησία και déjà vu ταυτόχρονα. Έχουμε διαρκώς την εντύπωση πως το έχουμε ξαναξεχάσει αυτό!!! 

Για να εξελισσόμαστε όμως, πρέπει να θυμόμαστε.

Δυστυχώς, στο τέλος, είτε με ναι είτε με όχι, είτε με συμφωνία είτε χωρίς συμφωνία, είτε με ευρώ είτε με δραχμή, πάλι σε αυτούς τους κακούς, ‘ανάλγητους εκβιαστές’ ξένους θα καταλήξουμε για να σωθούμε και στο μέλλον τα παιδιά θα διδάσκονται πάλι το πώς με την εθνική μας υπερηφάνεια σώσαμε τον τόπο απ’ όλους αυτούς που επιβουλεύονται την πατρίδα μας. Γιατί έτσι πρέπει μονίμως να ανατροφοδοτείται η αίσθηση μοναδικότητάς μας και το σύνδρομο καταδίωξης που μας διακατέχει χρόνια τώρα.

Άλλωστε, «ο Έλληνας, όταν βλέπει τον εαυτό του στον καθρέπτη, αντικρίζει είτε τον Μεγαλέξανδρο είτε τον Κολοκοτρώνη, είτε τουλάχιστον τον Ωνάση. Ποτέ τον Καραγκιόζη».

Εθνικό είναι το αληθές, έλεγε ο Σολωμός. 

Τα γράφω όλα αυτά εγώ, ένας μεγάλος θαυμαστής της ράτσας μας και των προτερημάτων της, ένας αθεράπευτα ερωτευμένος με την Ελλάδα και την Ελληνικότητα. Μια Ελληνικότητα όμως που δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από το διαφορετικό, το αγκαλιάζει..κι εκεί ακριβώς έγκειται η υπεροχή της. Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να αισθανθώ βαθιά στο πετσί μου αυτό που έγραψε πριν από χρόνια ένας μεγάλος σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας, ο Νίκος Δήμου, «χρειάζεται πολλή, μα πάρα πολλή αγάπη για την Ελλάδα, για να γίνει κανένας ανθέλληνας…».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου